Αθήνα 15 Δεκεμβρίου 2014

                                                                                       ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η πολιτική πολεοδόμησης με εισφορά σε γη και σε χρήμα μπορεί και πρέπει να γίνει κίνητρο για τις επενδύσεις και όχι να παγώνει τις βιομηχανικές δράσεις. Δήλωση του προέδρου του Συνδέσμου Βιομηχανιών Αττικής και Πειραιώς κ. Δημήτρη Μαθιού.
Δελτία τύπου
Υπόμνημα με τις θέσεις των βιομηχανιών Αττικής επί του Σχεδίου Νόμου «Πράξεις εισφοράς σε γη και σε χρήμα- Ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις και άλλες διατάξεις»  υπέβαλλε ο ΣΒΑΠ προς την Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου.

Ως γενική τοποθέτηση στο όλο θέμα ο πρόεδρος του Συνδέσμου κ. Δημήτρης Μαθιός εισηγείται την διαμόρφωση πολιτικής κινήτρων και με την συγκεκριμένη νομοθεσία υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:  «Θεωρούμε ότι ο υπολογισμός της εισφοράς σε χρήμα δεν πρέπει να υπολογίζεται επί των ισχυουσών αντικειμενικών αξιών καθώς αυτές είναι -για τα βιομηχανικά τουλάχιστον ακίνητα- μέχρι υπερδιπλάσιες της αγοραίας αξίας. Συνεπώς πρέπει να προβλέπεται και αντίστοιχη έκπτωση στις αντικειμενικές αξίες επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω εισφορά».

Ακολούθως, στο υπόμνημα,  προτείνονται αλλαγές και  προσθήκες  που εντάσσονται στο παραπάνω γενικό πνεύμα.


Προς την Βουλή των Ελλήνων/
Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ
επί του Σχεδίου Νόμου «Πράξεις εισφοράς σε γη και σε χρήμα- Ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις και άλλες διατάξεις»
______________________________________
Αθήνα, 10η Δεκεμβρίου 2014
                     
Αξιότιμοι Κύριοι,
Επί των διατάξεων του ως άνω εισαγομένου προς συζήτηση Σχεδίου Νόμου παραθέτουμε τις ακόλουθες παρατηρήσεις και σχόλια, με την πεποίθηση ότι συμβάλλουν στην πληρέστερη και δικαιότερη αντιμετώπιση των ρυθμιζομένων θεμάτων:
Θεωρούμε ότι ο υπολογισμός της εισφοράς σε χρήμα δεν πρέπει να υπολογίζεται επί των ισχυουσών αντικειμενικών αξιών καθώς αυτές είναι –για τα βιομηχανικά τουλάχιστον ακίνητα- μέχρι υπερδιπλάσιες της αγοραίας αξίας. Συνεπώς πρέπει να υπολογίζεται και αντίστοιχη έκπτωση στις αντικειμενικές αξίες επί των οποίων υπολογίζεται η εν λόγω εισφορά.
Παρατηρήσεις επί των άρθρων:
Α. Επί του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 4:
Στην διάταξη της παρ. 1 προβλέπεται ότι η οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα καταβάλλεται εντός προθεσμίας εννέα (9) ετών από την πράξη επιβολής της, σε εκατόν οκτώ (108) ισόποσες μηνιαίες δόσεις ή σε τριάντα έξι (36) ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις ή σε δεκαοκτώ (18) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις.
Η ρύθμιση είναι σαφώς ευνοϊκότερη της ρυθμίσεως του Π.Δ. 5/1985 και σκοπεί στην διευκόλυνση των υποχρέων. Επιπλέον είναι σε στοίχιση και με την προβλεπόμενη στην παρ. 4 ενιαία μείωση 20% επί των εισφορών σε χρήμα που επιβλήθηκαν μετά την 1.1.2009 «προκειμένου να αντιμετωπισθεί η αδυναμία καταβολής αυτών από τους υποχρέους λόγω των νέων οικονομικών συνθηκών», κατά την Αιτιολογική Έκθεση.
•    Κατά την άποψή μας η θέση στην παρ. 4 του χρονικού ορίου της 1.1.2009 θα πρέπει να απαλειφθεί, ώστε η μείωση να ισχύει και για εισφορές σε χρήμα που επιβλήθηκαν και προ της 1.1.2009 (ορθότερος και προτιμητέος είναι ο όρος «βεβαιώθηκαν» αντί επιβλήθηκαν) δοθέντος ότι η ίδια ως άνω ratio, δηλαδή της αδυναμίας καταβολής εκ μέρους των υποχρέων λόγω των οικονομικών συνθηκών, ισχύει πολλώ μάλλον για εισφορές που υπολογίσθηκαν με βάση αξίες προ της καταρρεύσεως της αγοράς ακινήτων (Ενδεικτικώς αναφέρονται Πράξεις Εφαρμογής του έτους 2004 στον Ελαιώνα στην περιφέρεια του τέως Δήμου Ρέντη, όπου η τιμή μονάδος ανά τετραγωνικό μέτρο μετατροπής εισφοράς γης σε χρήμα ορίσθηκε στο ποσό των 500 ευρώ, ποσό υπερπενταπλάσιο της σημερινής αξίας !).
•    Περαιτέρω θα πρέπει επίσης να απαλειφθεί το ακόλουθο εδάφιο της παρ.2: «Τα ανωτέρω ισχύουν αποκλειστικά για την οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα και όχι για τυχόν μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα ή προσκυρώσεις». Η ίδια εξαίρεση υπάρχει και στην παρ. 4, όπου η προβλεπόμενη μείωση δεν εφαρμόζεται «σε μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα ή σε προσκυρώσεις». Κατά την άποψή μας η εξαίρεση-και η συνακόλουθη διάκριση- δεν έχει δικαιολογητική βάση, ούτε άλλωστε αναφέρεται κάτι σχετικό στην Αιτιολογική Έκθεση.
Σημειώνεται ότι στο Π.Δ. 5/1986 δεν προβλέπεται διαφοροποίηση των δύο περιπτώσεων, μάλιστα στην παρ. 3 αρθρ. 2 ορίζεται ότι «Αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής και των διατάξεων της παρ. 7 και του άρθρου 8 του Ν. 1337/1983 [Σημ.: δηλ. μετατροπής εισφοράς γης σε χρήμα] οι σχετικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη περιλαμβάνονται στην  ίδια πράξη ή εκδίδεται, εκτός της ανωτέρω, και δεύτερη αυτοτελής πράξη με εφαρμογή κατά τα λοιπά των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου»
Αλλ’ ούτε και ο Ν.1337/83 επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στην περίπτωση της μετατροπής εισφοράς γης σε χρήμα (βλ. άρθρο 9 παρ. 4 «…… οι διατάξεις του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, όπως αντικαθιστώνται εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις της παρ. 7 του άρθρου 8»).
Συνεπώς, κατά την άποψή μας, η εκ μετατροπής γης εισφορά σε χρήμα δέον κατά την συνταγματική αρχή της ισότητος, να αντιμετωπισθεί κατά τον ίδιο τρόπο με την εισφορά σε χρήμα, όσον αφορά στην ενιαία ρύθμιση της δια δόσεων καταβολής της.
•    Επίσης όσον αφορά στην περίπτωση της προσφοράς τμήματος ιδιοκτησίας αντί της εισφοράς σε χρήμα, η οποία γίνεται με την διαδικασία διορθωτικής πράξης εφαρμογής προτείνεται να μην τεθεί αποσβεστική προθεσμία εξαμήνου από την έκδοση της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα, για την υποβολή της σχετικής αιτήσεως. Και τούτο, διότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο γης και η συνακόλουθη αδυναμία υλοποιήσεως του πολεοδομικού σχεδιασμού συχνά διαπιστώνεται σε μεταγενέστερο χρόνο. Από την άλλη πλευρά από την υιοθέτηση της προτάσεώς μας, δεν γεννάται αβεβαιότητα ως προς την παγίωση του πολεοδομικού σχεδίου, καθ’ όσον η αποδοχή της αιτήσεως εναπόκειται στην έγκριση της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής η οποία θα αποφανθεί μετ’ αιτιολογημένη στάθμιση των εκάστοτε πολεοδομικών αναγκών και προτεραιοτήτων. Επίσης προτείνεται να ορισθεί ο οικείος Δήμος ως «αρμόδια αρχή», εφ’ όσον διαθέτει τεχνική υπηρεσία με αρμοδιότητα την υλοποίηση της Πράξης Εφαρμογής. Τέλος προτείνεται η διατύπωση της δυνατότητας ανταλλαγής ως ακολούθως: «Μετά από σχετική αίτηση του ιδιοκτήτη και έγκριση της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής είναι δυνατό αντί της καταβολής εισφοράς σε χρήμα να προσφέρεται τμήμα της επιφάνειας της ιδιοκτησίας ή άλλη καλύπτουσα τις κατωτέρω προϋποθέσεις ιδιοκτησία εντός της υπό πολεοδόμηση περιοχής, ίσης αξίας…».

Β. Επί του άρθρου 6 παρ. 2

•    Κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου:
«Μετά από αίτηση του οφειλέτη μπορεί να υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 ως προς τον τρόπο καταβολής, οι οφειλές που προκύπτουν από κυρωθείσες πράξεις εφαρμογής, για τις οποίες δεν έχει ολοκληρωθεί η καταβολή των εισφορών σε χρήμα». Η διατύπωση ως έχει αναφέρεται σε ρυθμισμένες οφειλές και δεν φαίνεται να καλύπτει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Οι τελευταίες είναι πολυάριθμες και εκείνες για τις οποίες υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να υπαχθούν σε ρύθμιση. Σημειώνεται ότι κατά το ΠΔ 5/1985, η μη έγκαιρη πληρωμή των δόσεων συνεπάγεται την αμετάκλητη απώλεια του δικαιώματος καταβολής της εισφοράς σε δόσεις και καθιστά το σύνολο της οφειλής εφ’ άπαξ απαιτητό και ληξιπρόθεσμο.
Σύμφωνα με την ratio που διαπνέει το προκείμενο Σχέδιο Νόμου, αλλά και τα προσφάτως ψηφισθέντα νομοθετήματα περί ρυθμίσεως οφειλών, η αύξηση των δόσεων θεσπίζεται σε ανταπόκριση στα σημερινά κοινωνικοοικονομικά δεδομένα. Δέον να παρέχει κατ’ αρχήν την ευχέρεια υπαγωγής στο μεγαλύτερο δυνατό εύρος υποχρέων υπό την προϋπόθεση της συνεπούς τηρήσεως των όρων υπαγωγής.
Επομένως η διατύπωση της διατάξεως προτείνεται να είναι ότι μπορεί να υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 οι πάσης φύσεως ληξιπρόθεσμες ή μη οφειλές που προκύπτουν από κυρωθείσες πράξεις εφαρμογής.
Επισημαίνεται ότι αναφορικά με το ζήτημα της ρυθμίσεως των οφειλών από εισφορές σε χρήμα υπάρχει ασάφεια, δοθέντος ότι κατά την εκδοθείσα ερμηνευτική εγκύκλιο υπ’ αριθμ. 36 του Υπουργείου Εσωτερικών επί του αρθρ. 51 του Ν. 4257/14 για τους ΟΤΑ, οι εν λόγω οφειλές φέρονται να εξαιρούνται τις σχετικής ρυθμίσεως.
•    Τέλος, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 άρθρου 6, προβλέπεται ότι «η προθεσμία καταβολής των οφειλών υπολογίζεται από την ημερομηνία της αρχικής πράξης επιβολής της εισφοράς». Προτείνεται η ολοσχερής απάλειψη του ανωτέρω εδαφίου. Και τούτο, διότι, δια της αναγωγής στον χρόνο της αρχικής πράξης επιβολής της εισφοράς, ουσιαστικά επέρχεται είτε παντελής αποκλεισμός είτε ουσιώδης περιορισμός των παλαιών οφειλών από την ρύθμιση, αφού μειώνεται η εξαλείφεται ο αριθμός των δόσεων, όσο παλαιότερη είναι η πράξη επιβολής.
                                                  Με εκτίμηση,                                                                                                                                
                                                  O Πρόεδρος
                                                Δημήτρης Μαθιός